Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, του Δημήτρη Δημητριάδη

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, του Δημήτρη Δημητριάδη

Αυτό που προτείνω παρακάτω είναι η επανεξέταση της ανθρώπινης κατάστασης από την πλεονεκτική θέση των πιο πρόσφατων εμπειριών μας και των πιο πρόσφατων φόβων μας. Είναι φανερό πως αυτό είναι ζήτημα σκέψης, και η έλλειψη σκέψης – η απερίσκεπτη αφροντισιά ή η απελπιστική σύγχυση, η αυτάρεσκη επανάληψη «αληθειών» που έχουν καταντήσει κοινότοπες και κενές – μου φαίνεται από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Κατά συνέπεια, αυτό που προτείνω είναι πολύ απλό: δεν είναι τίποτα περισσότερο από το να σκεφτούμε τι κάνουμε.


Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση (VITA ACTIVA), Μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, 
Στέφανος Ροζάνης, Εκδ. Γνώση, 2008 (επανεκδ.)
 

 
Ας κάνουμε μια υπόθεση, που μπορεί να φανεί απατηλή, εκκεντρική ή άτοπη υπό τις σημερινές συνθήκες εκτάκτου ανάγκης και αδιεξόδου, αλλά η οποία μπορεί να αποτελέσει καλή αφετηρία για ό,τι θα ακολουθήσει.

Ας υποθέσουμε ότι αυτή η κρίση, όπως κοινώς την ονομάζουμε χωρίς πολλή σκέψη μεταχειριζόμενοι μια λέξη που απαιτεί επιπρόσθετες διευκρινίσεις και μεγαλύτερη εμβάθυνση, ας υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτή η κρίση τελειώνει πολύ σύντομα και ότι όλα τα προβλήματα που αφορούν τους μισθούς, τις συντάξεις, τα χρέη, τα επιτόκια, τις τράπεζες, τους πολίτες, τις κυβερνήσεις κ.ο.κ., εν συντομία όλα όσα συγκροτούν τις συνιστώσες της παρούσας οικονομικής κατάστασης και τα οποία την καθιστούν κρίσιμη, επικίνδυνη, καταστροφική (πλήθος παραδειγμάτων επιβεβαιώνουν ήδη την αύξηση προσωπικών, οικογενειακών και συλλογικών καταστροφών – αυτοκτονίες, αιφνίδιοι θάνατοι, χρεοκοπίες μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων κ.τ.λ.), ότι όλα αυτά βρίσκουν επιτέλους διέξοδο και ότι τα πράγματα ξαναπαίρνουν την αλλοτινή ροή τους, δηλαδή: όλα όσα ο λαός (ειδικά ο ελληνικός αλλά και άλλοι) απαιτούσε και διεκδικούσε, διαδηλώνοντας σε δρόμους και πλατείες, συγκρουόμενος με την αστυνομία, για μήνες ολόκληρους, τελικά τα κατακτά.

Ας υποθέσουμε ότι αυτό πραγματοποιείται και ότι η οικονομική και κοινωνική τάξη αποκαθίσταται, ότι όλος ο κόσμος, ιδίως οι λιγότερο προνομιούχες τάξεις, ικανοποιείται και ανακουφίζεται από αυτή την εξέλιξη εφόσον κανείς δεν αισθάνεται πλέον θύμα μιας αδικίας που θεωρούσε πως είχε γίνει εις βάρος του και πως δεν του άξιζε.

Γράφω ως άνθρωπος που ζει μια τέτοια οριακή κατάσταση από μέσα, αφού είμαι κι εγώ ο ίδιος εγκλωβισμένος στο σπασμωδικό ρεύμα αυτής της αδιέξοδης κατάστασης, και όχι ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής με το προνόμιο της αμεροληψίας και μιας σχετικής άγνοιας.

Γράφω λοιπόν όντας άμεσα ενδιαφερόμενος και θεμελιωδώς απαλλαγμένος από αυταπάτες.

Όλα, όλα ανεξαιρέτως εδώ τελούν υπό το καθεστώς μιας γενικευμένης πτώσης, με πιο προφανή συμπτώματα την κατάρρευση των οργάνων της κυβέρνησης, την κατάχρηση εξουσίας, την απώλεια εμπιστοσύνης του λαού στις πολιτικές δυνάμεις, τις δυσλειτουργίες των δημόσιων υπηρεσιών, την απροκάλυπτη απειλή της εθνικής κυριαρχίας κι ανεξαρτησίας της χώρας, και σωρεία από άλλες αναπηρίες των οποίων το άθροισμα αποτελεί επιβεβαίωση μιας ήττας πολύ γενικότερης και πολύ βαθύτερης απ’ ό,τι δείχνει.

Δεν αισθάνομαι βέβαια ο πλέον ενδεδειγμένος να περιγράψω μια εξαιρετικά σύνθετη και αντιφατική κατάσταση, η οποία θα έλεγα πως συντίθεται από σκοτεινά σημεία, αποσιωπήσεις, ζώνες ολόκληρες της κοινωνικής και πολιτικής ζωής θαμμένες σ’ ένα γιγάντιο γρανάζι αποτελούμενο από ταμπού, μυστικά και εθνικά συμπλέγματα, ζώνες που έχουν κατακλύσει και καθορίζουν κατά προτεραιότητα μεγάλο μέρος της ιδιοσυγκρασίας και της ψυχολογίας του πληθυσμού, αγκυλωμένος καθώς είναι σ’ έναν πατρογονικό μηχανισμό από στερεότυπα ενός συστήματος αξιών και μιας ηθικής που υπαγορεύονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία αποτελεί την κατ’ εξοχήν τροχοπέδη εκ των έσω, για την πλειοψηφία των Ελλήνων, ανεξαρτήτως γενιάς, χωρίς δυστυχώς οι νεότερες να εξαιρούνται.

Αλλά από τη στιγμή που ανήκω σ’ αυτό τον λαό, εκθέτω όλα όσα αισθάνομαι ως κάποιος που υφίσταται ακούσια μια συγκεκριμένη πραγματικότητα και που τον πονάει στο πετσί του, άρα υπό αυστηρά προσωπική οπτική. Εξάλλου δεν θα μπορούσα και να μιλήσω διαφορετικά. Πάνε πάνω από τριάντα χρόνια (1978), από τότε που έγραψα το Πεθαίνω σαν χώρα, το οποίο θεωρήθηκε προφητικό της σημερινής κρίσης κι αυτό σημαίνει ότι οι βαθύτερες αλλά αφανείς και ανομολόγητες αιτίες αυτού που ζούμε σήμερα, έχουν τη ρίζα τους σ’ ένα μακρινό παρελθόν που, στην πραγματικότητα, ανάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα, στην ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους μετά την επανάσταση του 1821.

Ένα άλλο κείμενο, που έγραψα πάνω από δέκα χρόνια πριν (2000), μιλά πιο άμεσα αυτή τη φορά, για εκείνο που θεωρώ το κρισιμότερο πρόβλημα της νεότερης Ελλάδας: για το πώς μπορεί ένας λαός να γίνει σύγχρονος με την εποχή του. Να κάποια αποσπάσματα αυτού του κειμένου που ο τίτλος του «Εμείς και οι Έλληνες», παραπέμπει στο «Ο Χαίλντερλιν και οι Έλληνες» του Φιλίπ Λακού-Λαμπάρτ:

«Ο κληρονόμος αναλογίζεται την κληρονομιά του από τη στιγμή που απειλείται με την απώλειά της. Ο κίνδυνος να την χάσει ή να αποδεχτεί ότι δεν του ανήκει, κινητοποιεί τον μηχανισμό της ιδιοποίησης μέσα του. Ό,τι θεωρείται δεδομένο και εξασφαλισμένο αποκλείει την στοχαστική αναφορά σε αυτό. (…) Έτσι λοιπόν, η παραπάνω διαπίστωση μας εισάγει κατευθείαν στην ζώνη του κινδύνου. Περνούμε, σχεδόν συνειρμικά, στην ετερότητα. Η ετερότητα είναι, στην προκειμένη περίπτωση, η Ελλάδα. Η Ελλάδα αποκλείει την ταύτιση μαζί της. Αποκλείει την ταυτότητα. Και όλα τα παράγωγά της. Την οικειότητα, την συγγένεια, την κατοχή, την ασφάλεια. Εμείς, οι κάτοικοι αυτής της γεωγραφικής περιοχής, μόνον ως ξένοι δικαιούμαστε να αντιμετωπίζουμε τους Έλληνες. Να τους αντιμετωπίζουμε ως ξένους. Εμείς ως μη Έλληνες. Ως μη Έλληνες εμείς τι είμαστε; Κάτοικοι μιας γεωγραφικής περιοχής που κατοικήθηκε από ανθρώπους που προσπάθησαν να γίνουν κάτι. Η προσπάθεια αυτή και οι καρποί της τούς έκαναν Έλληνες. Εμείς δεν καταβάλλουμε καμία παρόμοια προσπάθεια. Επειδή πιστεύουμε ότι είμαστε Έλληνες. Δεν είμαστε Έλληνες. (…) Η καθησυχασμένη βεβαιότητα ότι η κληρονομιά μάς ανήκει αδιαφιλονίκητα, καθιερώνει την εθνική στειρότητα ως κυρίαρχη συμπεριφορά, την αγκίστρωση στα κεκτημένα ως άρχουσα νοοτροπία, τον μηρυκασμό των στερεοτύπων ως ασφάλεια συνέχειας. (…) Δεν παράγεται πολιτισμός με τον μηρυκασμό του εξασφαλισμένου. (…) Δεν είμαστε τίποτε. (…)».

Είναι ολοφάνερο ότι το κείμενο αυτό θέτει το εμβληματικό πρόβλημα της ταυτότητας αλλά και της δημιουργικότητας αφού η δημιουργικότητα συνδέεται κατά τη γνώμη μου οργανικά, γενεσιουργά με την ετερότητα που συνιστά, θεωρώ, τη μοναδική δυνατότητα αναγέννησης της ταυτότητας. Η ετερότητα αποτελεί ζωτική προϋπόθεση ώστε ένας λαός, όχι μόνο ο ελληνικός, να ξαναβρεί τη δημιουργική του ορμή κι αυτό σημαίνει ότι αναζητά και βρίσκει το πρόσωπό του πέρα από τις συμβάσεις του γνωστού και τις επαναλήψεις του ίδιου.

Με την υπόθεση που περιέγραψα στην αρχή, ήθελα να φτάσω στο εξής: αν η τωρινή κατάσταση, με τις οικονομικές παραμέτρους της, έβρισκε διέξοδο ευνοϊκή για όλες τις τάξεις του πληθυσμού, τι θα γινόταν στη συνέχεια; Ποιο θα ήταν το επόμενο στάδιο; Η κοινωνική και νομισματική τάξη θα είχε αποκατασταθεί, αλλά αν αυτό δεν ήταν παρά μια αποκατάσταση της παλαιάς τάξης; Αν στην πραγματικότητα ήταν μια επιστροφή στα παλιά; Μια επικράτηση εκ νέου της προηγούμενης κατάστασης της ψευδούς ευμάρειας, της απαστράπτουσας ελαφρότητας, της προκλητικής χυδαιότητας αλλά και του ιστορικού αδιεξόδου και μιας τρομακτικής στασιμότητας στο επίπεδο της ιδιοσυγκρασίας ενός λαού, που όπως ισχυρίζομαι στο παραπάνω κείμενο, δεν είναι τίποτε, αφού οι φραγμοί του παρελθόντος, όσο ένδοξο κι αν είναι, ή μάλλον εξαιτίας του ότι είναι ένδοξο, παρήγαγαν τέτοιες κοινοτοπίες, τέτοιες εμμονές, τέτοια αντανακλαστικά αυτοπροστασίας, προσωπικούς και συλλογικούς αυτοματισμούς τέτοιας εμβέλειας που αυτός ο λαός είναι σήμερα ατέρμονα καταδικασμένος να είναι το παθητικό φερέφωνο αυτών των στερεοτύπων, αυτοαποκλεισμένος από την προσπάθεια που οδηγεί έναν λαό να δημιουργήσει τον εαυτό του;

Αυτή η οπισθοδρόμηση, η αναζήτηση ασφάλειας και η καταφυγή στην προ κρίσης κατάσταση, αντιπροσωπεύει για μένα τον μεγαλύτερο κίνδυνο, την πιο καταστροφική απειλή και μου προκαλεί τον μεγαλύτερο φόβο, απόλυτη απόγνωση. Γιατί αν συνέβαινε αυτό, δεν θα σήμαινε μόνο επιστροφή στην πρότερη διανοητική νωθρότητα, στην ασυνειδησία μιας ευζωίας που το γιορτάζει σ’ ένα μονίμως τουριστικό κλίμα και στην απουσία κάθε αναφοράς που θα υπερέβαινε τα όρια της μετριότητας και της κοινοτοπίας, στον πιο στείρο μιμητισμό και αταβισμό, και στην πιο σκοτεινή και αντιδραστική διανοητική σύγχυση, σε μια αυτάρκεια κι ένα βύθισμα στην ασημαντότητα και τον συντηρητισμό – οι εξαιρέσεις βέβαια σ’ όλα αυτά δεν είναι προφανώς καθόλου ασήμαντες αριθμητικά αλλά πρόκειται για μια μειοψηφία που υποφέρει από την ευνουχιστική κυριαρχία της μεγάλης πλειοψηφίας· θα σήμαινε επίσης και πρωταρχικά μια οπισθοδρόμηση ηθελημένη, αξιωμένη με την ίδια θέρμη με την οποία αξιώνεται η βελτίωση του υλικού βιοτικού επιπέδου. Κι ακριβώς αυτό το βιοτικό επίπεδο ταυτίζεται με την πνευματική αυταρέσκεια και την υπαρξιακή μετριότητα, με την διανοητική παθητικότητα και με τη συναισθηματική ύπνωση, με τον θάνατο των αισθήσεων και του πνεύματος.

Πρέπει να το πω ειλικρινά: πίσω από τις φωνές – και πάλι υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιες – που υψώνονται σήμερα μαζικά για την αποκατάσταση, δικαιωματικά εξάλλου, μιας αρνητικής κοινωνικής και οικονομικής τροπής, προσωπικά ακούω ένα επίμονο κλαυθμό που λέει:«Ας επιστρέψουμε στα ήδη γνωστά, ας επιστρέψουμε στις διανοητικές και συναισθηματικές μας συνήθειες, ας ξανακερδίσουμε τα πόστα και τα συμφέροντα που χάσαμε, ας κρατήσουμε άθικτα τα κεκτημένα μας, δεν θέλουμε νέα πεδία διανοητικών και καλλιτεχνικών εμπειριών, ας κρατήσουμε ό,τι έχουμε μαθημένο, μας φτάνει, ας γίνουμε πάλι αυτό που ήμασταν δυο-τρία χρόνια πριν, δυο-τρεις αιώνες, δυο-τρεις χιλιετηρίδες, ας μείνουμε οι ίδιοι, το μόνο που επιθυμούμε είναι την υλική και ηθική μας βολή, θέλουμε ακριβώς αυτό που είχαμε πριν, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα, ιδίως σ’ εμάς τους ίδιους αλλά και μεταξύ μας και στους άλλους, να αποκατασταθεί η παλαιά τάξη, τίποτα άλλο δεν μας ενδιαφέρει, δεν επιθυμούμε παρά ένα πράγμα: να συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς να χρειάζεται να παιδεύουμε ιδιαίτερα το μυαλό, μ’ αυτήν τη νοοτροπία απαιτούμε να συνεχίσουμε να ζούμε κι εμείς και τα παιδιά μας».

Και το Πεθαίνω σαν χώρα και το Εμείς και οι Έλληνες δεν μιλούσαν παρά για το τέλος ενός ιστορικού κύκλου και για τη συναίσθηση που έχουμε ή δεν έχουμε του τέλους αυτού. Η «χώρα πεθαίνει» γιατί δεν αποδέχεται τον άλλο, αυτόν που θεωρεί ξένο και εχθρό της αλλά που είναι στην πραγματικότητα το καινούριο της πρόσωπο, η νέα της ταυτότητα αφού η παλιά έχει πεθάνει·«πεθαίνει » γιατί δεν θέλει να δει και να επωμιστεί την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής και προτιμά να συνεχίζει τον δρόμο της σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Ζει μέσα στην ιστορική αυταπάτη μιας απαρασάλευτης αθανασίας και πεθαίνει εξαιτίας της.

Αυτή η τύφλωση, που αφορά και πολλές άλλες χώρες – η Ελλάδα υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε να είναι πρωτοπόρος, εμπνεύστρια μιας άλλης εποχής στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά θέλει; μπορεί; – αυτή η τύφλωση αποτελεί για μένα, την βαθύτερη και καθοριστική αιτία της κρίσης που είναι οικουμενική στην πραγματικότητα. Από τη στιγμή που ο οικονομικός γίνεται ο κυρίαρχος παράγοντας διαγράφει κάθε άλλη, ξένη διάσταση, καταρχάς την πολιτική διάσταση – και πολιτικό εννοούμε τον στοχασμό αναφορικά με την ανθρώπινη κοινότητα και τις επινοητικές προσπάθειες ώστε να γίνει αυτή πιο βιώσιμη, οι οποίες θέτουν πάντα τα πιο τολμηρά και τα πιο γόνιμα ερωτήματα, κινητοποιώντας άρα την αναζήτηση του αγνώστου.

Σ’ αυτά τα πλαίσια, η αναζήτηση της ταυτότητας δεν είναι δευτερεύουσα, ιδίως σήμερα που αυτή η ταυτότητα αποκτά αναγκαστικά πλανητικές διαστάσεις. Οι τοπικές παραδόσεις έχουν εξαντλήσει τα αποθέματά τους, ό,τι είχαν να δώσουν το έδωσαν. Η ταυτότητα που είναι θεμελιώδης συνιστώσα της ανθρώπινης προσωπικότητας, γίνεται ταυτότητα όταν η λέξη «ανθρώπινο» συλλαμβάνεται με την τολμηρότερη, τη βαθύτερη έννοιά της. Αυτή η αναζήτηση αφορά όλους τους λαούς σ’ ό,τι πιο ανεξάντλητο, σ’ ό,τι πιο ενδόμυχο έχουν και θα μπορούσε να γίνει ο πιο δυναμικός παράγοντας της αλληλεγγύης σε πλανητικό επίπεδο. Αλλά αυτό πρέπει να αξιωθεί από τους λαούς τους ίδιους και ειδικότερα από τα άτομα που τους συνθέτουν, δηλαδή από το κάθε ανθρώπινο ον ξεχωριστά.

Η συνειδητοποίηση ότι ένας ιστορικός κύκλος έχει τερματίσει την πορεία του και ότι στην πραγματικότητα είμαστε ήδη πέρα από αυτό το τερματικό σημείο είναι πρωταρχικής σημασίας. Θα προτιμούσα να μην είμαι αναγκασμένος να το πω αλλά δεν μπορώ να το αποφύγω: θεωρώ ότι αυτή η συνειδητοποίηση δεν είναι καθόλου αυτό που θέτουν οι πολίτες στην πλειονότητά τους, έλληνες ή μη, ως αφετηρία ή ως προτεραιότητα της σκέψης και των αναγκών τους. Πιστεύω ότι αυτή η ιστορική συνειδητοποίηση αποτελεί πιο πολύ δευτερεύον μέλημα για τη μεγάλη πλειοψηφία και ότι το πλέον πιεστικό και τελικά κυρίαρχο μέλημά τους είναι η διασφάλιση του βιοτικού τους επιπέδου, με άλλα λόγια πάντα το υλικό ευ ζειν, κάτι που φυσικά δεν είναι καθόλου ασήμαντο – πρέπει αναμφισβήτητα η ανθρωπότητα να ζει και μάλιστα καλά για να έχει κατόπιν άλλες αξιώσεις, αλλά είμαι βέβαιος ότι αυτές οι άλλες αξιώσεις είναι απειροελάχιστες ή μάλλον, ακόμα χειρότερα, ανύπαρκτες.

Έχουμε από παντού πειστικότατα μηνύματα ότι η πολιτική τάξη δεν μπορεί πια να προσφέρει ηγέτες ικανούς και άξιους να αρθούν στο κρίσιμο και εξαιρετικά δύσκολο επίπεδο της παρούσας κατάστασης. Κι είναι επίσης ανίκανη να εκφράσει και μια άλλη πλευρά της ανθρώπινης φύσης: Μόνο εκείνοι που δεν εξαρτώνται από την επανεκλογή τους, από τα προνόμιά τους, μόνο πρόσωπα ενός άλλου διαμετρήματος και ενός άλλου ανθρωπισμού θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν στους λαούς τους τον μηχανισμό μιας τέτοιας συνειδητοποίησης. Αλλά ακόμα και απέναντι σε μια τέτοια προοπτική πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί γιατί τα παραδείγματα του πρόσφατου παρελθόντος δεν επιβεβαιώνουν επαρκώς το νόημα τούτης της προσμονής και κάθε προσδοκία σ’ αυτήν την κατεύθυνση πρέπει υποβληθεί στον πιο αυστηρό έλεγχο: καλύτερα να μη μας κυβερνούν καλά παρά να μας κυβερνούν πρόσωπα που η χαρισματικότητά τους θα απέβαινε για τη διακυβέρνηση ολέθρια και απεχθής.

Επανέρχομαι λοιπόν, για να ολοκληρώσω, σ’ αυτό το ζήτημα της ταυτότητας για την οποία δεν βλέπω άλλη προοπτική, στην κατεύθυνση της ετερότητας, παρά την προοπτική της δημιουργίας, κυρίως της καλλιτεχνικής δημιουργίας, την προοπτική την πιο ανθρώπινη και την πιο διανθρώπινη κατ’ εξοχήν.

Δεν σκέφτομαι μόνο τη φράση του Τόμας Μαν σ’ ένα λόγο που εκφώνησε το 1949: «Εάν δεν είχα το καταφύγιο της φαντασίας, τα παιχνίδια και τις τέρψεις της μυθοπλασίας, της δημιουργίας, της τέχνης, που με κάνουν να γνωρίζω ακατάπαυστα νέες περιπέτειες και νέες ενθουσιαστικές απόπειρες οι οποίες μ’ ενθαρρύνουν να συνεχίζω και να προχωρώ – δεν θα ήξερα τι να την κάνω τη ζωή μου· όσο για να δώσω συμβουλές και μαθήματα στους άλλους, ούτε συζήτηση », παρότι εμπεριέχει τον μέγιστο βαθμό απομυθοποίησης και ωριμότητας. Σκέφτομαι επίσης εκείνο που προσπαθούσα να διατυπώσω στο Εμείς και οι Έλληνες: «Για να είναι ένας λαός δημιουργικός, οφείλει να ζήσει την έλλειψη εκείνου που τον έκαναν να πιστέψει πως είναι. Και να δημιουργήσει τους τρόπους με τους οποίους θα καλύψει την έλλειψη. Έτσι δημιουργούνται πολιτισμοί. Με την κάλυψη του κενού. Ανέφικτη κάλυψη. Όμως αυτό το ανέφικτο συνιστά την αληθινή προσπάθεια. Η ανέφικτη κάλυψη της έλλειψης και του κενού. Τα πάντα γύρω μας κραυγάζουν πως αυτό που έχουμε το έχουμε αναμφισβήτητα, πως αυτό που είμαστε το είμαστε αναμφισβήτητα. Ο ορισμός της γραφικότητας και της μικρόνοιας. Τίποτε δεν έχουμε και τίποτε δεν είμαστε.Στο τίποτε αυτό προσφέρεται η πιο χαρμόσυνη αγγελία, ο μόνος αληθινός ευαγγελισμός. Τι λέει; Λέει: Αυτή είναι η πραγματική αφετηρία, ξεκινήστε, μπορείτε τα πάντα, αποπαγιδευτείτε, σπάστε τις εμπλοκές, τολμήστε την απεμπλοκή από τα ψεύδη και τα προσωπεία, μη φοβάστε, υπάρχουν κι άλλα πρόσωπα κι άλλες αφηγήσεις, περάστε από τα στερεότυπα στην άπλαστη λάσπη, από το παγωμένο βλέμμα στο κοίταγμα της αβύσσου. Πλάστε τη φωτιά. Τρομερό το αίτημα. Ζητά δημιουργικότητα.Διακινδύνευση. Τόλμη. Ζητά ζωή.»

«Ζητά ζωή». Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της κρίσης.
Η ατομική και πυρηνική ουσία όσων είναι εν εξελίξει.

«Λιτότητα», στα αρχαία ελληνικά «λιτότης», σημαίνει αγνότητα, απλότητα, ειλικρίνεια, τιμιότητα, σαφήνεια, καθαρότητα. Με τα «μέτρα λιτότητας» που παίρνουν οι διορισμένες κυβερνήσεις ώστε να καταπολεμήσουν την καταστροφική κατάσταση, διαπιστώνουμε ότι αντί να γίνεται η λιτότητα το φάρμακο, ακόμα περισσότερο: ένας καθημερινός τρόπος ζωής, έχει αποβεί τιμωρία, ποινή, εκλογή που πρέπει κανείς να αποφεύγει, σε καμία περίπτωση να μην ακολουθεί, να μισεί, να απεχθάνεται, ασκώντας δηλαδή τον τρόπο ζωής που βασίλευε και βασιλεύει ακόμα εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια για παράδειγμα στην Ελλάδα με μια ανεξέλεγκτη επιτάχυνση, εν μέσω ενός καθεστώτος αυτοαποκαλούμενου «σοσιαλιστικού» ‒ τίποτα πιο εγκληματικό από εκείνη την ψεύτικη πρόοδο που προωθήθηκε και εξιδανικεύτηκε από τις περιστροφές και τους πανηγυρικούς ενός λαϊκισμού που σ’ έκανε να ξερνάς ‒, με μια ανεξέλεγκτη και άλογη βουλιμία σ’ όλα τα επίπεδα προσωπικής και δημόσιας συμπεριφοράς.

Να ένα παράδειγμα, εδώ στο επίπεδο της γλώσσας, της τερατώδους παραμόρφωσης αυτού που ήταν κι εξακολουθεί να είναι η Ελλάδα. Οι πιο σαφείς αρχές, η ακεραιότητα της σημασίας των λέξεων, κάθε τι που άπτεται της εσωτερικότητας και της ανθρώπινης έκφρασης στο νεότερο κόσμο, η σκέψη, ο έρωτας, κάθε επαφή μεταξύ των ανθρώπων περιπαίχθηκε, αρπάχθηκε, γελοιοποιήθηκε, και πάνω απ’ όλα υποβιβάστηκε, παρεξηγήθηκε, παρερμηνεύτηκε·ευημερούσαν μόνο οι προκαταλήψεις και τα πιο σκοτεινά στερεότυπα, κυριαρχούσαν μόνο τελειωμένες ιδέες και απηρχαιωμένες αντιλήψεις, μόνο οι « αξίες» που συντηρούν και τροφοδοτούν τη μισαλλοδοξία, τον τυχοδιωκτισμό, τη βλακεία, τις αυτοματοποιημένες εμμονές σε μια παράδοση ανεπαρκώς αφομοιωμένη κι επιπλέον κακοερμηνευμένη, κι αυτό την έκανε, αντί για μέσο και πεδίο ανανέωσης, ένα τρομερό και τυραννικό εμπόδιο σε κάθε πρόοδο, σε κάθε σοβαρό στοχασμό, σε κάθε πραγματική συνειδητοποίηση του τι είμαστε ως λαός. Πάντα και ακατάπαυστα μια ηθική ασφυξία, ένας άγριος σκοταδισμός ανυποχώρητα μπροστά στην όποια κίνηση θα προμήνυε μια κάποια έξοδο απ’ αυτό το σπήλαιο όπου κυριαρχούν οι σκιές, οι σκιές των νεκρών.

Για πολύ καιρό, αλλά και σήμερα ακόμα, την Ελλάδα την κυβερνά ο Θάνατος. Αυτό πρέπει να το ανατρέψουμε ή καλύτερα: να το αντιστρέψουμε. Γιατί είναι περισσότερο από φανερό, τουλάχιστον για αρκετούς ανθρώπους, που είναι πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι φανταζόμαστε, ότι αυτό είναι καταφανές. Καταφανές είναι το εξής: είναι σχεδόν μαθηματικά σίγουρο ότι όλα όσα συγκροτούν το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας αποτελούν, ένα προς ένα, λάθη μιας ιδιοσυγκρασίας παραμορφωμένης από αιώνες εσφαλμένων ερμηνειών της ανθρώπινης φύσης. Στην ανθρώπινη φύση βρήκε γόνιμο έδαφος αυτή η εγκληματική διαδικασία για να ασκήσει όλους τους χειρισμούς της. Και να πού βρισκόμαστε: μια χώρα που φοβάται την ίδια της την αλήθεια, ένας πληθυσμός που έχει εσωτερικεύσει όλους τους κανόνες και όλες τις προσφερόμενες επιλογές ενός ηθικού συστήματος που είναι εναντίον της ζωής, εναντίον του πολυσύνθετου χαρακτήρα, του ανεξιχνίαστου και του άπειρου της ζωής. Αυτή η εσωτερίκευση είναι κατά τη γνώμη μου το πιο κρίσιμο και το πιο δραματικό σημείο στο οποίο πρέπει να δοθεί προτεραιότητα για ό,τι αναλαμβάνουμε προκειμένου να εξηγήσουμε και κυρίως να υπερβούμε την κρίση.

Το ερώτημα που ακολουθεί τώρα είναι τόσο κρίσιμο και οδυνηρό όσο και η πραγματικότητα που το γεννά: μπορούμε να συνεχίσουμε τον δρόμο μας μ’ αυτήν την προτεραιότητα; Θέλουμε να προχωρήσουμε θέτοντάς την ως άξονα; Θέλουμε να μην συγκαλύψουμε, να μην αποκρύψουμε γι’ ακόμα μια φορά την απαίσια όψη της προ-κρίσης περιόδου, να μην τυφλωθούμε εκ νέου και να μην συμμορφωθούμε σε όσα αποτελούν πραγματικά στο βάθος τις αληθινές αιτίες της τωρινής εκμηδένισης; Θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε την ιστορική αλήθεια και να μετατρέψουμε αυτή τη συνειδητοποίηση σε σκεπτόμενη πράξη ώστε να πάμε προς ένα αλλού που θα είναι προϊόν του ενσυνείδητου ανθρωπισμού μας;

Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να μην λαμβάνει υπόψη τις ανθρώπινες αδυναμίες και τα ανθρώπινα όρια, τον φόβο της αρρώστιας και του θανάτου.

Αλλά αυτό που αξιώνεται εδώ, μόνο ανθρώπινα όντα μπορούν να το επωμιστούν και να το φέρουν σε πέρας.

Αν, παρόλα αυτά, κερδίσει τελικά η οπισθοδρόμηση, αν οι άνθρωποι βρουν γι’ ακόμα μια φορά καταφύγιο στις απαιτήσεις αυτής της ιστορικής στιγμής και δώσουν στον εαυτό τους άλλοθι για να τους επιτραπεί γι’ ακόμα μια φορά η επιλογή της δειλίας και της προδοσίας, δεν θα εκπλαγώ. Αλλά αν, ο μη γένοιτο, αυτό συμβεί, μπορώ να θεωρήσω από τώρα ότι όλα όσα έγραψα δεν απαντούν σε καμία αναγκαιότητα, δεν έχουν κανένα νόημα.

Δημήτρης Δημητριάδης

28.2-6.3.2012


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Horsrie απριλίου-ιουλίου 2012 του περιοδικού Théâtre de laVille Paris

- Μετάφραση από τα γαλλικά: Δήμητρα Κονδυλάκη  

 
 
 
 
 
 
 
 

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Ορέστεια (το μανιφέστο μου για τις εκλογές)

Mε τα λόγια του Δημήτρη Δημητριάδη (με το πέρας της επίπονης μετάφρασής του-που κατά τη γνώμη μου, σε περίπτωση μελλούμενης σκηνοθεσίας, έξοχα συνδυάζεται με τη μουσική του Ξενάκι για την παλιά παράσταση του Σολομού):

Στην Ορέστεια, η θεατρική σκηνή γίνεται ο κατεξοχήν άλλος κόσμος, ο επινοημένος και κατασκευασμένος σε βαθμό πλήρους αναντιστοιχίας με το εκάστοτε πραγματικό περιβάλλον, έστω κι αν ο δραματοποιημένος προβληματισμός της θίγει ζητήματα τρέχουσας κοινωνικής, πολιτικής και οντολογικής επικαιρότητας. Η Ορέστεια δεν είναι κοινωνικό μανιφέστο, κώδικας ηθικής συμπεριφοράς, θρησκευτική μπροσούρα, πρόταση λύσεων σε πάσης φύσεως σοβαρά και δυσεπίλυτα προβλήματα ανθρώπινης συμβίωσης και συμπεριφοράς' δεν είναι πολιτικό πρόγραμμα, ιστορική μελέτη, σάλπισμα ενότητας και αλληλεγγύης ή έκκληση φιλανθρωπικού χαρακτήρα, "ευαγγέλιο" επίγειας, υπόγειας και επουράνιας αρμονίας, δειγματοληπτική παράθεση ψυχολογικών και ενδοοικογενειακών συγκρούσεων και εμπλοκών, διακήρυξη πατριωτισμού και ομολογία πίστεως σε αρχές και αξίες πατροπαράδοτες και ιερές, ή ακόμη και μελέτη τής, ούτως ή άλλως προβληματικής, ακόμη και τότε, συνύπαρξης του θείου και του ανθρώπινου στις προοπτικές μιας μελλοντικής και όλβιας πολιτείας, παρόλο ότι, χάρις στον πλούτο του υλικού της, δίνει την εντύπωση ότι ασχολείται πρωτίστως με όλα αυτά και ότι αυτά πρωτίστως την απασχολούν. Η εντύπωση του μεταφραστή, εκείνου δηλαδή που η θέση του του επέτρεψε να προχωρήσει σε μία σχέση μεγαλύτερης κατά το δυνατόν εγγύτητας με το κείμενό της, είναι ότι η Ορέστεια συνιστά ένα ανυποχώρητα και αδέσμευτα εκτελεσμένο ποιητικό αριχτεκτόνημα, το οποίο διαρθρώνεται στις πιο προκεχωρημένες περιοχές του στοχασμού και της γλώσσας, χωρίς να τις εγκαταλείπει ποτέ, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν της καμία εξωγενή παράμετρο, χωρίς να ενδίδει σε άλλων εντολές και επιθυμίες ή σε παραχωρήσεις σε αλλότρια αιτήματα, αποτελώντας έτσι το υποδειγματικό έργο ποιητικού λόγου, όπως αυτός ο λόγος θα πρέπει να λειτουργεί στο θέατρο, δηλαδή δραματικά: δρώντας με την κάθε λέξη του μία δραματική κατάσταση, όπου οι λέξεις δεν είναι λόγια αλλά πράξεις. Τούτο σημαίνει ότι ο θεατής της Ορέστειας, του τώρα όπως ακριβώς και του τότε -και είναι το μοναδικό σημείο αυτό όπου ο τότε και ο τωρινός θεατής συναντώνται- οφείλει να παρακολουθήσει και να ακολουθήσει, να διανύσει δηλαδή ο ίδιος την απόσταση η οποία ανά πάσα στιγμή ανακύπτει και τον αφήνει πίσω της, όπως ανά πάσα στιγμή αφήνει πίσω της η Ορέστεια τον μεταφραστή της.

Η Ορέστεια είναι ποίηση, και αυτό που αντέχει στο χρόνο, που την καθιστά έργο "διαχρονικό" ή "σύγχρονο", δεν είναι οι όποιες ιδέες ή προτάσεις περιέχονται στην δραματουργική πλέξη της, δεν είναι το πολιτικό και πολιτιστικό πανόραμα ενός σύνολου κόσμου' είναι η δραματουργική πλέξη που δομεί και συνέχει κα στηρίζει όλα αυτά' είναι αυτή και μόνον η ποίηση, και ποίηση είναι η σύλληψη και η οργάνωση του έργου, η διεσδυτικότητα και η οξύτητα του στοχασμού, η οριακή γλωσσική τόλμη' ποίηση είναι η οξυδερκής και αποκαλυπτική διαμόρφωση των προσώπων' είναι όλο το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένη η τριλογία, και αυτή δεν μας αφορά, όσους από εμάς αφορά, παρά μόνον ως θεμελιώδες και ιδρυτικό ποιητικό γεγονός, υπό την έννοια όμως ότι ως ποιητικό γεγονός θέτει με τον ακραιφνέστερο και σοβαρότερο τρόπο, με τρόπο ωμό και άτεγκτο, το ζήτημα της αδυναμίας του ανθρώπου να δώσει λύση στο ανθρώπινο πρόβλημα, και συγχρόνως το δίδυμο ζήτημα της δύναμης του ανθρώπου να δίνει λύσεις ανέφικτες ή ατελέσφορες στο ανθρώπινο πρόβλημα, θέμα που είναι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το κυρίαρχο στο θέατρο και που, ίσως, το θέατρο δημιουργήθηκε για να το θέτει δημοσίως -αλλά χωρίς δημαγωγία, δηλαδή με τρόπο ποιητικό.


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς: ένας προστάτης άγιος του Occupy Wall Street - της Nina Martyris [αναδημοσίευση από Αυγή, 23.10.2011]

Ενόσω οι διαδηλώσεις του κινήματος Occupy Wall Street ανθίζουν σε όλη την Αμερική, θα τις παρακολουθεί, αναμφίβολα, από ψηλά, ο προστάτης άγιος της πολιτικής ανυπακοής της χώρας. Ο Μπάρτλεμπυ, ήρωας του έργου Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς: Μια ιστορία της Γουόλ Στριτ, αυτής της βαθιά αμφίσημης ωδής του Μέλβιλ στην παθητική αντίσταση που εκδόθηκε στα 1853, δεν έκρουσε τα κύμβαλα, δεν ντύθηκε χίπικα ούτε διαδήλωσε στο Μανχάταν, κρατώντας μια πικέτα που έγραφε «Eat the Rich». Εντούτοις, κατέλαβε όντως τη Γουόλ Στριτ. Και την κατέλαβε ήσυχα, με την επιμονή της ηρεμίας του και χωρίς την παραμικρή τηλεοπτική κάμερα τριγύρω. Αλλά ενώ ο Μπάρτλεμπυ είναι ένας πρόσφυγας που δραπετεύει από το Αμερικάνικο Όνειρο, ο μέσος διαδηλωτής του Occupy Wall Street αποζητά απεγνωσμένα να του δώσουν πίσω αυτό το Όνειρο. Οι σημερινοί διαδηλωτές θα μπορούσαν να μάθουν κάτι από την ιστορία του Μπάρτλεμπυ, ακόμα και αν, εν τέλει, το μοντέλο αντίστασής του είναι ανεπαρκές. Οι αναγνώστες πρωτογνωρίζουν τον Μπάρτλεμπυ όταν ένας εύπορος δικηγόρος της Γουόλ Στριτ προσλαμβάνει έναν «πελιδνά άμεμπτο, θλιβερά σεβαστό, αθεράπευτο μόνο» άνδρα [μετ. Μένης Κουμανταρέας] εν είδει ανθρώπινου φωτοτυπικού μηχανήματος. Αρχικά, ο υπάλληλος αποδεικνύεται ένας εξαιρετικός αντιγραφέας, τόσο επιμελής που διατρέχει τον κίνδυνο να βλάψει ανεπανόρθωτα τα χέρια και την όρασή του. Ανεξήγητα όμως, όταν ο δικηγόρος του ζητά να κάνει οτιδήποτε εκτός από το να αντιγράφει σημειώματα (όπως π.χ. κάποια θελήματα), ο Μπάρτλεμπυ, πολύ ευγενικά, το αρνείται με τη φράση: «Θα προτιμούσα όχι». Σε μεγάλο βαθμό, η πεμπτουσία της εργασιακής του ηθικής συνοψίζεται σε αυτή την αρνητική επωδό. Τελικά, προτιμά να μην κάνει την παραμικρή δουλειά. Δεν επικαλείται κανέναν λόγο γιʼ αυτή του την αντίσταση, δεν προβάλλει το παραμικρό αίτημα, και σπαταλά όλη του τη μέρα ρεμβάζοντας, με το βλέμμα του καρφωμένο στον τούβλινο τοίχο που στέκει έξω από το παράθυρό του. Μετατρέπεται πρακτικά σε άστεγο, ο οποίος κοιμάται στο γραφείο και δεν εγκαταλείπει ποτέ το χώρο. Οι άλλοι υπάλληλοι πιέζουν το αφεντικό να τον απολύσει, αλλά ο δικηγόρος, που αρέσκεται να θεωρεί τον εαυτό του ανθρωπιστή (αν οι εταιρείες είναι άνθρωποι, γιατί όχι και οι δικηγόροι;), καταλήγει να μην μπορεί να αντιδράσει. Αντίθετα, αναπτύσσει έναν υφέρποντα σεβασμό γιʼ αυτό το στωικό μουλάρι, φτάνοντας σε σημείο να τον παρακαλέσει να μείνει σπίτι μαζί του, πράγμα το οποίο ο Μπάρτλεμπυ φυσικά «θα προτιμούσε όχι». Στο τέλος, ο δικηγόρος, που τον έχει στοιχειώσει όλη αυτή η υπόθεση, σηκώνεται και βρίσκει ένα καινούργιο γραφείο. Το Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Υόρκης, χωρίς χρήση πέπερ σπρέι οδηγεί τον Μπάρτλεμπυ στη φυλακή για επαιτεία. Στη φυλακή, ο Μπάρτλεμπυ αρνείται την τροφή, εξασθενεί και πεθαίνει κάτω από ένα δέντρο. Το μοναδικό κλειδί για τη συμπεριφορά του εμφανίζεται στο τέλος της ιστορίας, όταν οι αναγνώστες μαθαίνουν πως ο απόμακρος γραφέας είχε προηγουμένως εργαστεί στο Γραφείο Ανεπίδοτων Επιστολών του Ταχυδρομείου, κάνοντας μια δουλειά ακόμα πιο εκμηδενιστική από το να αντιγράφει έγγραφα για πλούσιους έχοντας για μοναδική θέα έναν τούβλινο τοίχο από τούβλα. Είναι αρκετά δύσκολο να προσδιορίσουμε τι είχε στο μυαλό του ο Μέλβιλ όταν δημιουργούσε τον πρώτο παθητικό ακτιβιστή της Αμερικής· ωστόσο, στην παθητική επιθετικότητα του χαρακτήρα του υποβόσκει μια καταλυτική κριτική της Γουόλ Στριτ. Στον Μπάρτλεμπυ βλέπουμε έναν άνθρωπο που υποφέρει από πνευματικό καρκίνο στο τελευταίο στάδιο. Δεν επιθυμεί να είναι χρήσιμος -- κάτι τέτοιο θα έτρεφε απλώς και μόνο την ασθένεια. Η απόσυρσή του σε έναν εσωστρεφή αυτοκαταστροφικό λαβύρινθο αντιπροσωπεύει τη σταδιακή υποθήκευση της ηθικής φαντασίας σε έναν κόσμο όπου η ύλη είναι ιερή. Είναι η τέλεια αντιγραφική μηχανή που εν ευθέτω χρόνω θα αντικατασταθεί από μια πραγματική μηχανή με προσαρμοσμένους γυαλιστερούς αμφιβληστροειδείς, κατασκευασμένους στην Κίνα από εργαζόμενους σε ανήλιαγα εργοστάσια που περιστοιχίζονται από τούβλινους τοίχους. Έτσι, μετατρέπεται σε λουφαδόρο, το πιο μισητό υποκείμενο για τον καπιταλισμό. Επιλέγοντας μια ταπεινωτική γιʼ αυτόν έξοδο από το σύστημα, προκαταλαμβάνει την αθωότητά του ως προς αυτό, βγάζοντας τη γλώσσα στη δύναμή του. Ο γραφέας Μπάρτλεμπυ συνιστά έναν πολύπλοκο λογοτεχνικό πρόγονο του σημερινού Αντι-Γουόλ Στριτ Γούντστοκ. Η μοναχική του αντίσταση αντικαθρεφτίζει μια βαθύτερη σήψη που κατατρώει τον καπιταλισμό και της οποίας μετάσταση υπήρξε ο χρηματοπιστωτικός χουλιγκανισμός που προκάλεσε το κραχ του 2008. Εάν η ασκητική αποστασιοποίηση του Μπάρτλεμπυ βρίσκεται στο ένα άκρο του φάσματος, στο αντίθετο άκρο του οποίου τοποθετείται το «Η απληστία είναι καλό πράγμα» των Ευαγγελιστών, το Occupy Wall Street, το οποίο θέλει να κοινωνικοποιήσει την απληστία, βρίσκεται κάπου στο μέσον. Οι σημερινοί διαδηλωτές προτιμούν η επιδίωξη της ευτυχίας ή να μην πατεντάρεται ως αποκλειστικό προνόμιο κάποιων, όμως η επιδίωξη αυτή ακόμα τους ενδιαφέρει. Το κίνημα Occupy Wall Street, ήδη στην τέταρτη εβδομάδα του, δεν έχει ακόμα καταφέρει να διατυπώσει και να προβάλλει Ένα Αίτημα. Το να εξαγάγει κανείς ένα ξεκάθαρο μανιφέστο από το μουτζουρωμένο μέτωπο της απουσίας δικαιοσύνης δεν είναι εύκολο. Η κατάσταση του Κινήματος συνηχεί με την εντυπωσιακή έλλειψη σκοπού του Μπάρτλεμπυ. Ο Μπάρτλεμπυ δεν είχε κανένα αίτημα, επειδή γνώριζε ότι για την ασθένεια που κατέτρωγε την ψυχή του ήταν ανώφελα όλα τα ανταλλάγματα που θα του προσέφερε ένας πλούσιος δικηγόρος. Προσέγγισε το πρόβλημα καθιστώντας σαφές όχι αυτό που ήθελε, αλλά αυτό που δεν ήθελε και στο οποίο δεν ήθελε να συμμετάσχει. Αρνούμενος στο σύστημα το μόνο πράγμα επάνω στο οποίο είχε απόλυτη εξουσία --τη συναίνεση του-- διατήρησε τον ανθρωπισμό και την ηθική του ακεραιότητα. Η συναίνεση είναι το νόμισμα του καπιταλισμού. Η ισχύς του Όχι είναι ό,τι ακριβώς θα έπρεπε να δρέψουν οι διαδηλωτές του Οccupy Wall Street. Το μποϋκοτάρισμα ορισμένων τραπεζών ή πολυεθνικών είναι σίγουρα ένας τρόπος μέσω του οποίου αυτό το μαζικό κίνημα, με την τεράστια αγοραστική δύναμη, εκλογική επιρροή, και «παρενοχλητική» του αξία μπορεί να μετατρέψει σε πυροτέχνημα τις ματαιοδοξίες της Γουόλ Στριτ. Ακόμα, θα μπορούσε να επιβάλει την απαγόρευση χορηγιών στους πολιτικούς υποψήφιους που λαμβάνουν χρήματα από τη Γουόλ Στριτ. Δεδομένου ότι τόσο πολλοί από τους διαδηλωτές μοιάζουν να θέλουν να αποτελέσουν τμήμα ενός πιο δίκαιου κοινωνικού συμβολαίου και φιλοδοξούν για ένα ευρύτερα διαθέσιμο Αμερικάνικο Όνειρο, οι διαμαρτυρίες τους θα έπρεπε να αφορούν περισσότερα πράγματα από την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα. Το κίνημα του 99% μπορεί ίσως να αρχίσει αλλάζοντας το ανούσιο άβαταρ που έχει στο Facebook: να βάλει, στη θέση της μπαλαρίνας που ακροβατεί επάνω στην πλάτη ενός ταύρου, έναν γραφέα. Με μία και μόνη κίνηση, θα προέβαλλε την εικόνα ενός καταξιωμένου προγόνου και συμπατριώτη -- ενός μορφωμένου αλλά άστεγου χορτοφάγου (ο Μπάρτλεμπυ έτρωγε μόνο τζίντζερ), που περιφρονεί ξέπνοα τον Μαμμωνά, ο οποίος προσπάθησε αλλά απέτυχε να τον τιθασεύσει. Αν το ξανασκεφτόταν βέβαια κανείς, ίσως ο Μπάρτλεμπυ, όσον αφορά μια τέτοια αλλαγή, να «προτιμούσε όχι».

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ο πόνος ως πόλη [εν είδει μανιφέστου]

Ο πόνος είναι ιδιωτικό γεγονός δημόσιου διαμετρήματος.
Όταν ο πόνος αποκτήσει διάσταση πρωτεύοντος δημόσιου γεγονότος, με την έννοια της θεσμοθέτησής του ως παράγωγου συλλογικών συμπεριφορών, όταν ο πόνος αντικαταστήσει την πόλη και γίνει πόλη αυτός, όταν η πολιτική γίνει πονετική, όταν όλα θα κρίνονται με αφετηρία τη φύση και την ουσία του πόνου, όταν ο πόνος αποτελέσει το θεμέλιο κάθε ανθρώπινης συναναστροφής, τότε θ' αρχίσει η πραγματική και μόνη αληθινή απογείωση διότι θα έχει προηγηθεί η αληθινή προσγείωση· κι αυτή η απογείωση, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει τη γείωσή της, θα είναι πολύτροπη, αλλά με προεξάρχουσα την καλλιτεχνική έκφραση. Τότε η τέχνη δεν θα είναι παράλληλη ή δευτερεύουσα ως προς τη θέση της μέσα στην πόλη, αφού η πόλη που θα είναι πόνη, θα έχει αυτά τα δύο ως θεμελιώδεις άξονές της, τον πόνο και την τέχνη.
Κανείς δεν μπορεί να πει πώς θα είναι ένα τέτοιο ανθρώπινο μόρφωμα, πώς και τι θα γίνεται με το χρήμα, τη διατροφή, την εργασία, την παραγωγή, τις συγκοινωνίες, την παιδεία, την υγεία· αρκεί όμως να τοποθετήσει πίσω από όλα αυτά ως προϋπόθεση τη λειτουργία του πόνου ως αφετηριακού τρόπου αξιολόγησης των πάντων, και τότε θα εμφανιστεί εκείνο που έλειπε μέχρι τώρα, και που η έλλειψή του ήταν και είναι η αιτία των περισσότερων δημόσιων και ιδιωτικών δεινών: η υποτίμηση, αλλά και η διαστρέβλωση από την υποτίμηση αυτή, μιας ανθρώπινης συντεταγμένης που συνιστά το ίδιον του ανθρώπου, τον ίδιο τον άνθρωπο και που, μολονότι κανείς δεν μπορεί να το εξαλείψει από την ανθρώπινη κατάσταση, εντούτοις, για λόγους εθελοτυφλίας και δειλίας, κερδοσκοπίας και ψευδολογίας, δεν βρήκε την καθαρή και κυρίαρχη θέση του στη διαμόρφωση της ανθρώπινης ιστορίας.
Το ίδιον του ανθρώπου είναι αυτό που ο άνθρωπος φοβάται στον άνθρωπο, στον άλλον άνθρωπο και στον εαυτό του.
Αυτός ο φόβος καταστρατηγεί το σύνολο της ανθρώπινης συνύπαρξης και στη θέση του συν έχει βάλει ένα πλην.
Ο πόνος επαναφέρει τον άνθρωπο σ' αυτό που φοβάται και τον αναγκάζει να το υποστεί. Αν ο πόνος αυτός είναι διαρκής και πρωταρχικός, τότε εκείνο που φοβάται ο άνθρωπος στον εαυτό του και στον άλλον μετατρέπεται σε ανάγκη του εαυτού του και του άλλου.
Aς υποθέσουμε ότι αυτή η πόλη που είναι ο πόνος ως πόλη, ας υποθέσουμε ότι υπάρχει, ότι έχει ήδη ιδρυθεί και λειτουργεί, και ότι είμαστε μέσα της. Η μοναδική γείωση που είναι αυτός ο πόνος, συνιστά τα θεμέλια αυτής της πόλης, σαν να έχει δημιουργηθεί ειδικά γι’ αυτήν ένα νέο έδαφος πάνω στο οποίο έχει βρει τη θέση της. Αλλά και το ίδιο το ρυμοτομικό της σύστημα είναι δομημένο με τα υλικά του πόνου. Έχουμε δηλαδή μια πλήρη κατασκευή μέσα στην οποία η ανθρώπινη συμβίωση διέπεται από τους κανόνες της συνεχούς προειδοποίησης μιας κεντρικής συνισταμένης: ο άνθρωπος είναι μια ακατάπαυστη ανάγκη η οποία δεν επιτρέπει καμιά παρέκκλιση από την ανεύρεση μιας ικανοποίησης που δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτήν τίποτε άλλο παρά μόνον ένας άλλος άνθρωπος, ο οποίος με τη σειρά του είναι στην ίδια θέση με εκείνον που ζητάει απ’ αυτόν να ικανοποιηθεί η ανάγκη του.
Για να συμβεί αυτό, πρέπει η ανάγκη αυτή να είναι μέγιστη και ανεξάντλητη. Ο πόνος είναι ο τροφοδότης αυτής της ανάγκης. Κανένα άλλο κίνητρο δεν λειτουργεί σε διαπροσωπικό επίπεδο απ’ αυτήν την εκ πόνου ανάγκη που ζητά από τον άλλον να ανταποκριθεί. Και επειδή αυτή η εκ πόνου ανάγκη είναι αμοιβαία και συλλογική, κάθε βασική ανθρώπινη σχέση καθορίζεται από αυτό τον αρχικό παράγοντα.

[Απόσπασμα από ομιλία του Δημήτρη Δημητριάδη(16.04.2010), δημοσιευμένη ολόκληρη στο Εντευκτήριο, τ. 92: «Ο πόνος ως πόλη»]

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Έξι μήνες μετά

Θραύσματα (από ποιητική συλλογή) ενός επιστήθιου φίλου του πατέρα μου, του Ε. Παχυγιαννάκη (ζει στον Αγ. Νικόλαο Κρήτης). Επικοινωνούσε μαζί μας στη διάρκεια των αγωνιωδών ημερών της Εντατικής -και τα ποιήματά του μου έδιναν κι αυτά θάρρος.

***
Μικρές φωνές
ψίθυροι
χαμηλωμένα βλέφαρα
- ο καιρός αλλάζει.

***
Σκέπτομαι τον κορμό
ενός γέρικου δέντρου,
που κάποτε
το ξύλο του θα γίνει πλοίο
- το ταξίδι μου στην αιωνιότητα.

***
Οι φίλοι μου
η αθεράπευτη
πληγή μου.

***
Οι εχθροί μου
πληγές,
που με γεμίζουν ουρανό.

***
Αναμνήσεις σκιές'
άδεια χέρια τής αύριον
η πολιτεία μου.

***
Πιστεύω. Ελπίζω.
Συγχωρώ. Υπομένω.
- Ζω την ελευθερία μου.

***

Ο κόσμος είναι ωραίος,
όταν τον αγγίζεις με αξιοπρέπεια.

******************



Κλείνω με ένα ποιημάτιο του Ε.Π.,στο οποίο απαντά ο πατέρας μου με πρόχειρο τρίστιχο [συνήθιζε από ό,τι διάβαζε, και ποίηση ασφαλώς, να αφορμάται και να σχεδιάζει δικά του σκαριφήματα στο περιθώριο των διαβασμένων σελίδων, όπως στην περίπτωση αυτή:]

Μη χάνεσαι
σε αλειτούργητα ξωκλήσια
στο τέμπλο της καρδιάς μου
σε ζωγράφισα.

[Ε.Π.]

Αλειτούργητα όνειρα έμειναν οι πόθοι μας,
μουρμουρητά του άλλου κόσμου.
Υπέρτατη αναμέτρηση της κρυμμένης νοσταλγίας.
[Δ.Α.]

****

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Σχετικά με τα βήματα της ανάγνωσης, Αρανίτσης Ε. [18/07/10, 25/07/2010, 01/08/2010]

Με τα χρόνια, σχημάτισα την άποψη ότι το περπάτημα, τουλάχιστον στην ιδανική του εκδοχή, μπορούσε να γίνει αντιληπτό σαν μια κλασική αλληγορία της ανάγνωσης· μάλιστα ανέπτυξα έναν μύχιο σεβασμό για την (παρ)ετυμολογική σύνδεση των ρημάτων διαβαίνω και διαβάζω, όχι ολότελα ανυπόστατη.

Ομολογουμένως, οι αναλογίες ήταν προφανείς, όσο και δελεαστικές. Αν πράγματι κρυβόταν κάποιο νόημα σ' εκείνο τον ανθεκτικό εκπαιδευτικό θρύλο του 19ου αιώνα σύμφωνα με τον οποίο τα παιδιά τραγουδούσαν στη νυχτερινή τους διαδρομή προς το σχολείο τα διάσημα λόγια «Φεγγαράκι μου λαμπρό, / φέγγε μου να περπατώ, / να μαθαίνω γράμματα κ.λπ.», πάντως εδώ το «περπατώ» και το «μαθαίνω γράμματα», ηχούσαν όντως σαν συνώνυμα. Και δη υπό το σεληνόφως, μια και η Σελήνη ήταν (όπως σε όλες τις παραδόσεις) ο εκπρόσωπος της γλώσσας, δηλαδή του σημαίνοντος. Ο ίδιος ο Διογένης ο Κυνικός περπατούσε κατά μήκος αυτής της παράκλησης προς τη Σελήνη, που τον παρακολουθούσε και τον προστάτευε.

Κάποτε οι άνθρωποι διάβαζαν. Κάποτε έβγαιναν για περίπατο απολαμβάνοντας τις συναντήσεις και την ανάγνωση των τοπίων της υπαίθρου ή της πόλης σαν να επρόκειτο για μια μεταφορά (στη χειρότερη περίπτωση, ένα υποκατάστατο) της κυκλοφορίας του Λόγου μέσα στην κοινότητα. Διασκέδαζαν επικοινωνώντας με το διάχυτο πνεύμα των εξελίξεων μέσω της μεταβλητής τους θέσης στον αστερισμό των τοπωνυμίων, των δρόμων, των μεγάρων και των μαγαζιών. Περπατώντας/διαβάζοντας, δεν τους έλειπαν οι αμφιβολίες ούτε οι παλινδρομήσεις - συγχρονίζονταν με το ξετύλιγμα των μαιάνδρων σαν να ακολουθούσαν λεπτές χαραμάδες στην επιφάνεια του χρόνου. Στο συλλογικό ασυνείδητο, το να τριγυρνάς σήμαινε εν μέρει ότι ήσουν βαθυστόχαστος. Ρεμβασμός και πεζοπορία ανήγγειλλαν από κοινού την ευφυή πλευρά του καθήκοντος.

Ετσι το περπάτημα, ως ανάγνωση του κόσμου, διευκόλυνε τις αντηχήσεις του ψυχισμού, αξιοποιούσε ένα εφευρετικό πηγαινέλα από τη μία εντύπωση στην άλλη. Η σταδιακή διείσδυση στο μυστήριο του περιβάλλοντος χώρου δεν μπορούσε να συντελεστεί μόνο με τα μάτια, δίχως τη βοήθεια των ποδιών, δίχως τον ευχάριστο καιροσκοπισμό τους, δίχως τη ράθυμη υπακοή στη γλώσσα της τυχαίας κίνησης - η λειτουργία των ποδιών ισοδυναμούσε με το πέρασμα από τη μία παράγραφο στην επόμενη. Εφόσον ο κόσμος ήταν ένα κείμενο, εφόσον ήταν το Liber Mundi για το οποίο μας μιλούσαν οι αρχαίοι, τα πόδια ύφαιναν την ύπαρξη μέσα στην αναλώσιμη χρονικότητα εκείνου του κόσμου, καλλιεργώντας την κλίση προς μιαν αέναη αλλαγή του βιώματος, άρα προς την αιωνιότητα (που είναι κυκλική), ενώ ταυτόχρονα παρέμεναν τα όργανα του εφήμερου. Διότι τα πόδια δεν ήταν χέρια, ούτε δημιουργούσαν, ήταν οδηγοί ματιών. Αφηναν χνάρια στην άμμο, σημάδια μιας διέλευσης που ο χρόνος ακύρωνε για να τα ανανεώσει αμέσως μετά, όπως συμβαίνει με το ξεφύλλισμα ενός μυθιστορήματος. Τα πόδια ρύθμιζαν τις μεταβολές της διάθεσης αγγίζοντας τη γη με την αθέλητη ειλικρίνεια, και συνάμα την καχυποψία, ενός αναγνώστη που τα μάτια του βαδίζουν, τρέχουν, στρίβουν, σταματούν και ξαναρχίζουν.

Σαν να λέμε ότι ο περίπατος ήταν η παιδεία μας. Εκτοτε, απομακρυνόμενοι απ' τις εστίες των θεσμών και των νοημάτων που γαλούχησαν το κοινωνικό υποκείμενο ίσαμε τις εσχατιές του νεωτερικού σύμπαντος, βρεθήκαμε να κάνουμε τα τελευταία βήματα της Ιστορίας. Αναπόφευκτα, είχε έρθει η εποχή που οι άνθρωποι έπαψαν να περπατούν συνειδητά και, προς στιγμήν, αφοσιώθηκαν στον φθορισμό της μικρής οθόνης, σ' αυτή την παθητική εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που υπόσχονταν οι παραισθήσεις -οι άνθρωποι εγκαταλείφθηκαν οικειοθελώς σε μια ζωή όπου η επεξεργασία των στοιχείων της αντίληψης δεν απαιτούσε καμία δαπάνη, ούτε σκέψης, ούτε συγκίνησης, ούτε σωματικής ενέργειας· έπαψαν να διαβάζουν, είτε βιβλία, είτε τοπία, είτε τη μοίρα και περίμεναν την ανάσταση των νεκρών μέσω βίντεο. Ο αληθινός αέρας, τα χρώματα του φωτός που περιέβαλλε κάθε ξεχωριστή έκπληξη, οι συναισθηματικοί ελιγμοί, τα σταυροδρόμια των αποφάσεων και οι ευωδίες της ύλης που συσσωρεύονταν στην αγορά -όλες αυτές οι συμβολικές ανταλλαγές τους άφηναν απαθείς.

Αλλά για λίγο. Επειτα, αίφνης, ξανάρχισαν να περπατούν. Τώρα το έκαναν επειδή «έπρεπε», «όφειλαν» -ένα ακόμη ψυχαναγκαστικό πρόσταγμα παραγωγής/κατανάλωσης (εν προκειμένω, βημάτων). Σίγουρα πίστευαν ότι ξόδευαν τις θερμίδες τους εκδηλώνοντας μια θεάρεστη δήθεν μέριμνα για τους τετρακέφαλους μηριαίους -κάτι αντίστοιχο της γνωστής σε όλους μας ανάγνωσης με αυτόματο πιλότο, ρηχής ανάγνωσης που περιορίζεται με τρόπο όλο και πιο θρασύ στην πανικόβλητη σάρωση γραμμένων επιφανειών. Διάβαζε πλέον κανείς όπως περπατούσε (αντί να περπατάει όπως διαβάζει)· ήταν το must που πρότειναν οι ειδικοί ως άμυνα στον κίνδυνο εμφράγματος (ή άνοιας). Ξαφνικά, η ιδέα ότι το σώμα αποτελούσε μιαν αναβαθμισμένη (οπτική) συσκευή προκαλούσε τεχνητή ευφορία. Το σώμα είχε διαβάσει τους συνδυασμούς των γονιδίων στο DNA του και κάθε περαιτέρω φιλομάθεια κρινόταν περιττή.

Αυτή η τρέλα ξεκίνησε με το τζόκινγκ (περίπτωση όπου ο «αθλούμενος» δεν βλέπει, γύρω του, τίποτα απολύτως) και κατέληξε σ' ένα είδος προσφυγικής γυμναστικής, που εξακολουθεί να ακμάζει στα νησιά και στα υπόλοιπα στρατόπεδα παραθερισμού, όταν ετοιμοθάνατες παρέες ή οικογένειες τουριστών βαδίζουν πειθήνια στο σκοτάδι, ψαχουλεύοντας με τις φτέρνες την άκρη του δρόμου και κρατώντας φακούς, ως ζωντανά ή νεκροζώντανα υποπροϊόντα της μαζικής μετακίνησης τυφλών πληθυσμών που δραπετεύουν απ' τη σκλαβιά ή την επερχόμενη έκρηξη ανεργίας. Ολοφάνερα, έχουν ξεχάσει να διαβάζουν το βιβλίο του τόπου, δικού τους ή ξένου, και προσηλώνονται κατευθείαν στο «βιβλίο» του βιβλίου, στη σχηματική του περίληψη: περπατούν διαβάζοντας, υπνοβατικά, τον χάρτη του δρόμου ως πλέγμα δεδομένων και εντολών. Βαδίζοντας στα όρια του στατιστικού λάθους με την άδεια των διαχειριστών του Συστήματος, προχωρούν εξαντλημένοι ο ένας πίσω από τον άλλο, σαν τους Βουσμάνους στη μετανάστευση, όμως καθόλου συμφιλιωμένοι με τις εμπνεύσεις και τη ροή του φυσικού θεάματος, μάλλον ανυπομονώντας να ξαπλώσουν στο κρεβάτι ώστε να σηκωθούν την επομένη και ν' ακολουθήσουν το πρόγραμμα, περπατώντας και πάλι, το βράδυ, απ' την ταβέρνα προς τα νοικιασμένα δωμάτια, και ούτω καθεξής, μέχρι την μέρα της επιστροφής στις συνθήκες της δουλειάς, επομένως και κάποιας σχετικής ξεκούρασης.

Μέρα ευλογημένη, απ' αυτή την άποψη.

(Αφήνω λίγα για το επόμενο)

**************************

Στο προηγούμενο προσπάθησα να αναπτύξω, σε τρία βήματα, veni, vidi, vici, μια μεταφορική αντίληψη του περίπατου, του βαδίσματος, ως ανάγνωσης (του τοπίου της υπαίθρου, της πόλης κ.λπ.).

Αποδείχθηκε ότι αυτή η αναλογία υπαγορεύει, αναπόφευκτα, μια ορισμένη κριτική των συνηθειών που απορρέουν απ' το ανακλαστικό του μοντέρνου εκδρομικού πανικού -άνθρωποι βαδίζουν στα τυφλά, φωτογραφίζοντας εκείνο απ' το οποίο επιθυμούν να απομακρυνθούν. Η ανάγνωση του κόσμου περνάει κρίση -τη βαθύτερη από κτίσεως.

Αυτό κόστισε ίσως μερίδιο της συλλογικής μας επιδεξιότητας στις ανταλλαγές, αφού οι ξένοι, αντί να φέρνουν στην πατρίδα τους ενθύμια της εμπειρικής κατανόησης των εικόνων που ενέπνευσαν τους επιμέρους δισταγμούς ή τη συνολική παραφορά του ταξιδιού, φέρνουν, ανάποδα, στον τόπο υποδοχής, τη χειρότερη ανάμνηση των συνθηκών της εργασίας από τον τόπο προέλευσης: κούραση, πρόγραμμα, άγχος και αδιαπραγμάτευτη υποταγή στον αυτοματισμό που απαιτεί να δουν τα πάντα - ίσον να μην αντικρίσουν τίποτα, να μη διαβάσουν, να μην κατανοήσουν το νόημα της τρέχουσας συγκυρίας όπως αντανακλάται στη διαδοχή των υποκειμενικών επεισοδίων που το φιλοξενούν. Η νοσταλγία της εκτίμησης για κείνο στο οποίο τα πόδια, ως στηρίγματα αισθαντικότητας, είχαν μια φορά κι έναν καιρό αφιερώσει το πέρασμά τους είναι γι' αυτούς τους καημένους άγνωστη· ξεθεώνονται περπατώντας με τις φωτογραφικές μηχανές στο χέρι και οι σαγιονάρες γίνονται μάρτυρες ενός ξεριζωμού που άνετα θα συγκρινόταν με ξεριζωμό απ' το λίκνο της ανάγνωσης.

Κανένας βέβαια δεν θα παραδεχόταν ότι ο τουρισμός απομάκρυνε το άτομο από την ποίηση κι ότι η πεζότητα αυτού του νέου είδους ελάχιστα θύμιζε λογοτεχνική αρετή. Ως καταναλωτής (αποστάσεων), ο τουρίστας ήθελε να είναι, πάντοτε, ένα βήμα μπροστά απ' τις εξελίξεις -ιδού ο λόγος για τον οποίο οι αληθινές εξελίξεις δεν τον άγγιζαν, τουλάχιστον όχι αρκετά δραματικά ώστε να ξαναβρεί την ευκίνητη αγωνία της σκέψης στη χαλάρωση του σώματος, φέρ' ειπείν σ' εκείνο το φυσικό τμήμα του χάρτη της Φύσης όπου η υπόσχεση πως οι διακοπές θα διαρκούσαν αιωνίως έλαμπε σαν τη Σελήνη του Ιουλίου. Στη σκιά των ασυνείδητων θρύλων της παιδικής ηλικίας, το παιγνίδι που είναι γνωστό σαν «κουτσό» (hopscotch) εξόρκιζε αυτόν ακριβώς τον παρεμποδιστικό χαρακτήρα της πεζότητας ως παράπλευρης συνέπειας της ευθυγράμμισης με την εντολή «don't look back» ή «keep walking»· το κουτσό ήταν μια αλληγορία της καθόδου στον Αδη (της γλώσσας, του συμβολικού συστήματος). Το κοίταγμα πάνω απ' τον ώμο ήταν το βλέμμα του πένθους. Στις δυτικές παραδόσεις, ό,τι δεν πενθείται στοιχειώνει και αρχίζει να περπατάει εκείνο, αντί να ακινητεί επιτρέποντάς σου να απομακρυνθείς: ακίνητος (καθηλωμένος) είσαι πλέον εσύ, όχι το πράγμα, όχι η δυναστεύουσα παράσταση: θυμίζω πως η αγγλική γλώσσα περιγράφει μια κατηγορία πνευματικών οντοτήτων («ίσκιους», «διπλά» κλπ.) με τον όρο walk-in(s) - αυτοί που (εις)έρχονται βαδίζοντας. Θυμίζω επίσης το υπέροχο όνομα Σάνταλφον, που δηλώνει το πνεύμα-φύλακα ή το αρχέτυπο όλων των πνευμάτων τα οποία σε υποδέχονται στα μεταίχμια, και σημαίνει τον ήχο των βημάτων που πλησιάζουν.

Μεταφορές οι οποίες γεφυρώνουν την ανάγνωση και το βάδισμα με συγκινούν αντιστρόφως ανάλογα προς το ίδιο το βάδισμα, που ουδέποτε με κέρδισε και που ανέκαθεν συνέδεα με τις ανυπόφορες και αντιπαιδαγωγικές προτροπές μιας ψυχαναγκαστικής μητέρας. Στον αστερισμό αυτών των μεταφορών εντοπίζω, λ.χ., τον διασκελισμό της ποίησης, άνοιγμα και αιώρηση του βηματισμού της αναπνοής (αλλαγή στίχου) πάνω απ' την προκαλούμενη τομή και ταυτόχρονα σύζευξη των δύο ημίσεων με μια ζωηρή κίνηση του νοήματος. Δρασκελιά: κάτι πολύ πιο ενδόμυχο και κομψό απ' ό,τι δηλώνει η καθαρά αθλητική ερμηνεία της λέξης. Μπορεί να μην είχα την παραμικρή έφεση στις δρασκελιές, ήμουν ωστόσο στρατευμένος στην ποίηση και το (αργό, περιστασιακό) βάδισμα στους συνειρμικούς διασκελισμούς της ρυμοτομίας της πόλης αποτελούσε τη μεταφορά της. Εδώ ταιριάζει η σανσκριτική λέξη iksmno, δηλωτική τόσο του ίχνους όσο και του βήματος: περιφερόμενος στην πόλη, γράφεις (επάνω της) κάτι σαν ημερολόγιο βημάτων· ο ψυχικός πλούτος μιας πόλης αντιστοιχεί στο παλίμψηστο αυτών των ημερολογίων.

Ετσι, η άρνηση να αναγνωρίσουμε τη διαφορά μεταξύ ποίησης και πεζού («πεζότητας»), εντελώς ευλογοφανής σήμερα, μοιάζει περιέργως, αν και σύμπτωμα παρακμής της λογοτεχνίας, με κάτι θεάρεστο, με μια νοσταλγική παλινδρόμηση στην εποχή που η πεζοπορία δεν ήταν ολότελα ξένη προς τις λυρικές ανταύγειες που εξέπεμπε ο κόσμος όταν τον αντιλαμβανόσουν απ' τη σκοπιά της πολυτιμότητας της εμπειρίας. Τώρα, διαβάζοντας, φτάνεις μέχρι το εσωτερικό προαύλιο του Four Seasons, στο Μιλάνο, για περιπάτους πέντε αστέρων, αλλά το νόημα λείπει. Δύσκολα κείμενα δεν διαβάζονται σημειωτόν· δοκίμια διαβάζονται τροχάδην. Στην Ιστορία της ανάγνωσης στον Δυτικό κόσμο, μια συλλογή εργασιών που ανθολόγησαν οι Guglielmo Cavallo και Roger Chartier, προσκρούω σε μιαν ακόμη νύξη: «Μετά την αρχαϊκή εποχή, η πράξη της ανάγνωσης μπορεί να εκφραστεί με ρήματα που σημαίνουν στην κυριολεξία "ξετυλίγω" (ανελίσσειν), δηλαδή ένα βιβλίο, ή ακόμα "διέρχομαι" (διεξιέναι) ή επίσης "συναντώ κάποιον", "συναναστρέφομαι κάποιον" (εντυγχάνειν και συγγίγνεσθαι)...» Η υπογράμμιση του «διέρχομαι» δική μου.

Πώς διέρχεται κανείς; Οχι πια με την ταραχή ή την απόλαυση της σταδιακής διείσδυσης στον πλούτο των αντιφάσεων του τόπου. Διερχόμαστε σαν εκτελωνιζόμενα αγαθά ή πληροφορίες που διασχίζουν την οθόνη για να ενσωματωθούν σε σμήνη άλλων πληροφοριών κ.ο.κ. Κλείνοντας τα βιβλία, είμαστε όλοι transit, επισκέπτες στην ίδια μας τη χώρα. Συνεπάγεται ότι όντως η χώρα ισοδυναμούσε με τα βιβλία της.

*****************************

Στο προηγούμενο αποπειράθηκα να εξετάσω την οικογένεια των μεταφορών που συνδέουν (έτσι τουλάχιστον όπως εγώ το αισθανόμουν) την ανάγνωση με το βάδισμα στην πόλη ή στην ύπαιθρο εφόσον, βέβαια, η αλληλουχία των βημάτων μπορούσε ακριβώς να θεωρηθεί περιπλάνηση της συνείδησης του ανθρώπου στο κείμενο του κόσμου, στο οποίο αναφέρονταν οι αρχαίες και κυρίως μεσαιωνικές παραδόσεις και το οποίο εξακολουθούσαν μέχρι πρόσφατα να υπαινίσσονται οι ποιητές.

Επιπλέον, περιττεύει να θυμίσω ότι είναι η ίδια θεώρηση, αν και ολοκληρωτικά αντεστραμμένη, που προωθείται απ' τη μετανεωτερικότητα μέσω της πεποίθησης πως «τα πάντα αποτελούν κείμενο» και πως το κάθε τι που γίνεται αντιληπτό, δηλαδή παρουσιάζεται προικισμένο με μια κάποια δομή, συνιστά εντέλει καθαρή γλώσσα. Απ' όπου τεκμαίρεται ότι, εδώ, θα υποθέταμε μάλλον μια παρωδία περιπάτου, που τη βρίσκουμε εξάλλου αβίαστα στον εγκεφαλικό ή μοιρολατρικό αυτοματισμό με τον οποίο μετακινούνται οι λεγεώνες των τουριστών διαβάζοντας μυωπικά τον χάρτη.

Οδηγώντας τη μεταφορά στα άκρα, θα τολμούσα να πω ότι, κάποτε, η σκοπιμότητα της πεζοπορίας (μυστική ειδικά για να μη χάσει τα θέλγητρά της) προϋπέθετε την πίστη στο θάμπωμα των ματιών είτε απ' τις εκρήξεις της ωραιότητας του τοπίου είτε απ' τους σημειολογικούς αιφνιδιασμούς του αντιθέτου: μιας κουλτούρας της δυστυχίας, της φτώχειας, της ανηθικότητας και της βίας· επρόκειτο ουσιαστικά για το είδος του σοκ που αδυνατείς να νιώσεις σήμερα, αφού εκπαιδεύεσαι να κυκλοφορείς σαν τυφλός και κουφός. Με δυο λόγια, οι άνθρωποι κινούνταν υποπτευόμενοι ότι, στην ακατάστατη αλλά σημαίνουσα ροή των εικόνων, η απόκλιση από το αναμενόμενο περισπούσε την προσοχή, την αιωνίως καθηλωμένη στον θάνατο, κι ότι το ξάφνιασμα, η αναστολή της «λογικής» ακολουθίας των γεγονότων, το σταμάτημα της παρέλασης όλων εκείνων των συναρτήσεων αίτιου/αιτιατού, εξασφάλιζε πίστωση χρόνου -ο χρόνος, τυπικά μηδενικός, αφαιρούνταν από τη μετά θάνατον ζωή.

Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς συνειδητοποιώντας ότι, βαθμιαία, το περπάτημα και η ακινησία συγχωνεύθηκαν, περίπου όπως συνέβη με την ανάγνωση και τον (μεταμοντέρνο) «αναλφαβητισμό», των οποίων η ολέθρια συναίρεση οδήγησε στην παντοδυναμία των multiple choices και στα κάθε είδους τεστ ετοιμοπαράδοτης γνώσης προσαρμοσμένης στην περίφημη τριπλή κατανομή των ανακλαστικών ΝΑΙ - ΟΧΙ - ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΩ. Ομολογουμένως, αυτή η γελοιογραφία των τριών βημάτων της κατανόησης ως αξιών της εμπειρίας που αντηχούσαν στο veni, vidi, vici, λίγο απείχε απ' το να συμπέσει με τα τρία κακά της μοίρας του εγκσυγχρονισμού. Τώρα οι τουρίστες, πρόσφυγες των διαφημιστικών ερειπίων της παγκοσμιοποίησης και νομαδικοί καταναλωτές κάθε φτηνής αξιοθέατης κοινοτοπίας, περπατούν τρόπον τινά ακίνητοι, σε σταθερή απόσταση απ' το κέντρο της έλλειψης ταυτότητας, πέριξ του οποίου στρέφονται, σε άτακτες τροχιές, εκατομμύρια εικόνες παντελώς αδιαφοροποίητες ως προς τη νοηματική τους μηδαμινότητα. Είναι επομένως μάταιο να ψάχνουμε για αποστάσεις στρωμένες με μάρμαρο, όπως το δάπεδο όπου ηχούσαν τα σανδάλια του Ερμή. Οι αποστάσεις τυλίγονται σαν χαλί και τις παίρνεις μαζί σου.

Παρεμπιπτόντως, η συσχέτιση μεταξύ του Ερμή (ως ψυχοπομπού και θεού της γραφής) και του θανάτου ήταν ανέκαθεν αυτονόητη, αφού ο γραφέας, ο ομιλητής, ο χειριστής της γλώσσας, δικαίως λογιζόταν σαν κάποιος που έχει «πεθάνει», παραιτούμενος από την αμιγώς σωματική ύπαρξη του ζώου προκειμένου να αντιληφθεί το Είναι του μέσω των γλωσσικών αναπαραστάσεων. Εξ ου και, στην αρχαιότητα, κάθε περιπατητής λάμβανε μηνύματα από τους τάφους. Αυτό επιβεβαιώνει την αληθοφάνεια της μεταφοράς που σχολιάζω, καθώς οι επιτύμβιες επιγραφές απευθύνονταν στον διαβάτη, τον περαστικό. Διαβάζω, διαβαίνω, διαβιβάζω κ.λπ. -ο διαβάτης (διαβιβαστής) λάμβανε υπ' όψιν τις φωνές των νεκρών και προσανατολιζόταν (γεωγραφικά, συναισθηματικά, ηθικά κ.λπ.), όπως ο αναγνώστης που ακολουθεί τις φωνές των κειμένων, φωνές νεκρών συγγραφέων.

Ετσι, ο Ερμής προστάτευε ξένους, οδοιπόρους, μετανάστες, κυνηγούς και όσους βάδιζαν σε δρόμους και μονοπάτια· τα σταυροδρόμια ήταν τόποι ερμητικής λατρείας, τουτέστιν περιοχές όπου η σήμανση θεωρούνταν ιερή. Οσο για τους λεγόμενους φαλλικούς οδοδείκτες (Ερμείς), που χρησίμευαν επίσης σαν σήματα κτηματικής απαλλοτρίωσης, όχι μόνον δεν ευνοούσαν τη γονιμότητα, όπως νόμιζαν οι αρχαιολόγοι, αλλά θα επαρκούσαν, κάλλιστα, στο να στρέψουν την επαγρύπνηση σε αντικείμενα της ψυχικής και γλωσσικής λειτουργίας που όντως φωτίστηκαν, αιώνες αργότερα, απ' την ψυχανάλυση και τη γλωσσολογία. Αρχικά, αυτά τα λειτουργικά εμβλήματα ήταν σωροί από πέτρες (έρμαια), ενώ υποτίθεται ότι «κάθε οδοιπόρος που περνούσε έριχνε μια καινούρια πέτρα στον σωρό κι έτσι ξαλάφρωνε απ' την κούραση, η οποία μεταβιβαζόταν στην πέτρα που είχε ρίξει» (Ρισπέν). Τέτοια είναι η κόπωση του σημαίνοντος, η κούραση που νιώθουμε διαβάζοντας. Η κούραση που νιώθαμε, κατά το παρελθόν, περπατώντας. Οι προφητείες έλεγαν ότι, στον παράδεισο (ουτοπία, ου-τόπος), δεν θα διαβάζαμε πια, δεν θα υπήρχε τόπος περιπάτου, διότι η λύση του γρίφου που προσανατόλιζε το σύνολο των δυνατών περιπάτων, το σύνολο των διαδρομών της ειμαρμένης ή της ελεύθερης πρωτοβουλίας, θα είχε τελεσιδικήσει. Πράγματι, το βάδισμα του Διογένη του Κυνικού, γνωστού και ως υπηρέτη του Ερμή, δεν έμοιαζε διόλου μ' εκείνο της Περιπατητικής Σχολής.

Ακαταμάχητος συνήγορος των παραπάνω αποδεικνύεται ο Οιδίπους (οιδώ + πους: αυτός που έχει πρησμένα πόδια), αφού, όπως έξυπνα μας υπενθυμίζει ο Σεφέρης, αυτό που σκοτώνει το τέρας (τη Σφίγγα) είναι η εκφώνηση της λέξης άνθρωπος, προφανώς με όλα τα ηθικά και υπαρξιακά συμφραζόμενα. Εννοείται ότι, στο σύμπαν της μεταφοράς (συνεπώς με δεδομένο ότι τίποτα στο γλωσσικό ασυνείδητο δεν είναι συμπτωματικό), αξίζει να προσεχθεί η διάσημη παρετυμολογία σύμφωνα με την οποία η λέξη άνθρωπος σημαίνει αυτόν που (έχει την ικανότητα να) κοιτάζει ψηλά (άνω+θεωρώ), πιθανόν διαβάζοντας τα άστρα, τα σημάδια του ουρανού, όπου «όλα είναι γραμμένα» ως μοίρα, άρα και ως μοίρα της γνώσης (κι όχι απλώς γνώση της μοίρας). Ομως αυτό συνδέεται με μιαν άλλη βαθιά μεταφορά, που η λακωνική σκιαγράφησή της εδώ δεν θα ωφελούσε ιδιαίτερα, οπότε θα περιοριστώ μετά χαράς στο να υπογραμμίσω ότι το αίνιγμα ήταν -ποιο άλλο;- αυτό του βαδίσματος. Στα σύνορα φύσης και πόλης, εκκρεμούσε ένα τρομακτικό ερώτημα σχετικά με το ζώο που περπατάει το πρωί με τέσσερα πόδια, το μεσημέρι με δύο και το βράδυ με τρία (= νήπιο, ενήλικος, γέροντας).

Ωστόσο, πέρα απ' τη συσχέτιση της ψυχικής παρακμής του βαδίσματος με τον τουριστικό αναλφαβητισμό, θα είχα ίσως το δικαίωμα να επαληθεύσω (αρνητικά) την υπό συζήτησιν μεταφορά εξετάζοντας, στον ορίζοντα του μεταμοντέρνου, έναν ολόκληρο αστερισμό συμπτωμάτων -λ.χ. τη λατρεία του catwalk, όπου πανέμορφα αιλουροειδή περπατούν με το βλέμμα καρφωμένο στο πουθενά ως σημείο φυγής ή σημείο σύγκλισης όλων των λιμπιντικών επενδύσεων των θεατών που παρακολουθούν τις νεκροφιλικές τελετουργίες της πασαρέλας κι όπου το βλέμμα και ο κώλος, αν μου επιτρέπετε μια νότα ωμότητας, δηλαδή ο κώλος ως αντίποδας του προσώπου, γίνονται κυριολεκτικά κώλος και βρακί.

Οχι, δεν ζούμε πλέον στις χώρες όπου κάποτε το μέτρο του ποιήματος, ο «πους» (= το πόδι, η μετρική μονάδα), είχε καισαρικές εξουσίες τύπου veni, vidi, vici. Ούτε οι μονάδες μέτρησης του μήκους (πόδες) υπολογίζονται με το μήκος του πέλματος του βασιλιά, τουτέστιν κάποιου που θα εμφανιζόταν ως ιθύνων νους ή εγγυητής του συμβολικού Νόμου. Για να το πούμε κάπως ρομαντικά, χαιρετίζοντας συνάμα τις ινδαλματικές θαλασσογραφίες του Αυγούστου, το πιο γενναίο μεταξύ των αιτημάτων μιας επανάστασης στα ήθη έπρεπε να συνοψίζεται στο σύνθημα: «Οχι βιβλία στην παραλία, αλλά η ίδια η παραλία ως βιβλίο». Δεν θα ήθελες να σου πουν πώς τελειώνει.